19.10.09, Ωρα: 10:45 μμ
[…]Δεν είναι, ίσως, τυχαίο αυτό που ο Αριστοτέλης αναφέρει για τον Ξενοφάνη (Μετά τα Φυσικά, 986 b 18): εις τον όλον ουρανόν αποβλέψας το εν είναι φησιν τον θεόν. Σε ένα σιωπηλό και έρημο από την ορατή παρουσία της οποιασδήποτε υπερφυσικής οντότητας σύμπαν, ο θεός νοείται -αυτό φαίνεται να διαπιστώνει εδώ ο Αριστοτέλης- και μέσω της σοφίας πού εμπεριέχεται στα «κτίσματα» — και η διαπίστωση αυτή ανακαλεί στην μνήμη τον Ψαλμωδό, εκεί όπου λέει (18.2): οι ουρανοί διηγούνται δόξαν θεού, ποίησιν δε χειρών αυτού αναγγέλλει το στερέωμα.[…]
[…] Πρώτα πρώτα αποφαινόμενος ο Ξενοφάνης ότι κανένας άνθρωπος δεν γνωρίζει ούτε ποτέ θα γνωρίσει την αλήθεια για τους θεούς είναι σαν να απογυμνώνει από το ένδυμα της εγκυρότητας αυτές τούτες τις δικές του γνώμες για τους θεούς και για το θείον, και όχι μόνον εκεί¬νες πού περιέχονται στα ποιήματα του Όμηρου και του Ησιόδου. Αυτή η ταπεινότης πού διακρίνει εδώ το πνεύμα του Ξενοφάνους ανευρίσκεται στα θεμέλια της ολάκερης αρχαιοελληνικής πνευματικής παράδοσης, είτε εκεί όπου οι ποιητές επικαλούνται τον θεό να διηγηθεί με το δικό τους στόμα κάτι (τα χωρία πού μπορεί να παραθέσει κανείς εδώ, αρχής γενομένης από τον πασίγνωστο πρώτο στίχο της πρώτης ραψωδίας της Ίλιάδος, είναι πάμπολλα), είτε εκεί όπου αντιδιαστέλλεται η ποιότητα της γνώσης πού κατέχουν οι άνθρωποι εν σχέσει με τους θεούς: υμείς γαρ θεαί έστε -διαβάζουμε στην Ίλιάδα (Β 485-486)- πάρεστέ τε, ιστέ τε πάντα,/ ημείς δε κλέος οίον άκουομεν ουδέ τι ίδμεν- δύο στίχοι πού είναι εξαιρετικά απίθανο να μην συσχετίζονται εσωτερικά με την φιλοσοφική γνωσιολογία του Ξενοφάνους.
Ένα δεύτερο σημείο πού πρέπει να επισημανθεί εδώ είναι εκείνο της απουσίας οποιουδήποτε αντικειμενικού κριτηρίου για την επιβεβαίωση μιας σχετικής με την βαθύτατη ουσία των πραγμάτων αλήθειας: «[ο άνθρωπος], ακόμα και αν κατά τύχη πει τον τελικό λόγο, αυτός ο ίδιος δεν το γνωρίζει». Η ομολογία αυτή του Ξενοφάνους θέτει στο περιθώριο κάθε αξίωμα περί αντικειμενικότητας της αλήθειας και μεταθέτει την οποία συζήτηση για την εγκυρότητα της έξω από την δικαιοδοσία του οποιουδήποτε αποδεικτικού συλλογισμού. Επίσης, η εν λόγω ομολογία, με το να συναρτά την συνάντηση ανθρώπου και αλήθειας από την τύχη, αποκλείει ό,τι θα ονομάζαμε σήμερα «συστηματική» προσέγγιση της - με άλλα λόγια, η συνάντηση ανθρώπου και αλήθειας δεν μπορεί να συνιστά ένα ανθρώπινο «κατόρθωμα».[…]
«Η θεολογία του Ξενοφάνους»
†Νίκος Χ. Γιανναδάκης
***
Η συνάντηση ανθρώπου και αληθείας μπορεί να μην συνιστά ανθρώπινο κατόρθωμα, αλλά τι παράλογο, όντως εκτός αποδεικτικών συλλογισμών πλάσμα κι ο άνθρωπος. Να γυρεύει την αλήθεια ξεμακραίνοντας απ’ την Αλήθεια, είτε νομίζοντας πως βρίσκεται κοντά σ’ αυτήν. Η σύγχρονη εποχή το καταφέρνει αυτό τοποθετώντας τον άνθρωπο σε κατάσταση μιας νίκης εναντίον ενός εξωτερικού αντικειμενικού κακού, και ποτέ, μα ποτέ του εσωτερικού κακού. Και φυσικά προκύπτει ένα ερώτημα από την στάση αυτή… πως μπορούμε να διηγούμεθα δόξαν Θεού, ή να παριστάνουμε τους ανθρωπιστές, ενώ βλέπουμε εκτός από εμάς τα πάντα κακώς λίαν!





